Translate

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Ἕνας  «ἄγγελος»  τοῦ  Θεοῦ !


Εἰς τιμήν καί δόξαν τοῦ Ἁγίου Προφήτου Μαλαχίου, τοῦ ὁποίου τήν μνήμη τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας τήν 3ην Ἰανουαρίου καί ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ὁ τίτλος τοῦ παρόντος ἰστολογίου (κατά τό ἥμισυ καί τό πρῶτο συνθετικό του, «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ») προέρχεται ἐκ τῶν λόγων του, δημοσιεύομε κατωτέρω ἕνα συνοπτικό συναξάριό του καί τό Ἀπολυτίκιό του. Ἄς μή λησμονοῦμε τή μεγάλη σημασία τῆς παρουσίας τῶν Προφητῶν, οἱ ὁποῖοι μετά τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων καί πάντων τῶν Ἁγίων «εἶδον», ἐκήρυξαν καί ὁμολόγησαν τόν ἀληθινό Θεό.

Ὁ Προφήτης Μαλαχίας εἶναι ἕνας ἐκ τῶν 12 μικρῶν λεγομένων προφητῶν. Προερχόταν ἀπό τή φυλή τοῦ Λευΐ. Ἔζησε περί τόν 5ο π.Χ. αἰώνα, κατά τούς χρόνους τοῦ Νεεμία καί ἔδρασε στήν Ἰερουσαλήμ μετά τούς Προφῆτες Ἀγγαῖο καί Ζαχαρία. Ἔλαβε τό ὄνομα Μαλαχίας (πού ἑλληνικά σημαίνει ἄγγελος) γιά τρεῖς λόγους:
Α) Διότι ὅσα προεφήτευε ἀμέσως τά ἐπιβεβαίωνε στό λαό Ἄγγελος Θεοῦ. Τόν  Ἄγγελο αὐτό, μάλιστα, τόν ἔβλεπαν μόνο οἱ ἄξιοι, ἐνῶ τή φωνή του τήν ἄκουγαν ὅλοι,
Β) Διότι καί ἡ σωματική του παρουσία καί ἐμφάνιση εἶχε ἁρμονία καί μεγαλοπρέπεια, καί
Γ) Διότι, ἀπό νέος ἀκόμα, ζοῦσε ἠθική καί ἐνάρετη ζωή.
Ἔλεγξε μέ σφοδρότητα τόν λαό καί τούς Ἱερεῖς γιά τίς ἀνομίες καί τίς ἀσέβειές τους. Προφήτευσε τόν ἐρχομό τοῦ Τιμίου Προδρόμου γιά τήν προετοιμασία τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐκοιμήθη εἰρηνικά.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. Α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον.

Ἀγγελώνυμον κλῆσιν πλουτήσας ἔνδοξε, ἀγγελομίμητον βίον ἐπολιτεύσω ἐν γῆ, Μαλαχία Προφητῶν τό ἀκροθίνιον· ὅθεν Ἀγγέλους ἐσχηκώς, συλλαλοῦντας νοερῶς, ἐπλήσθης ἀΰλου δόξης, καί τῶν μελλόντων τήν γνῶσιν, διατυποῖς πρός φωτισμόν ἡμῶν.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Ἐπί μιᾶς ἀντιλήψεως  καί συγχύσεως πού ἐπικρατεῖ καί «καλλιεργεῖται»…
Ἐκκλησία  εἶναι     Ἱεραρχία;

Τί, τελικῶς, πρέπει νά ἐννοοῦμε ὅταν ἀναφερόμαστε στήν Ἐκκλησία; Πρόκειται γιά μία εὔλογη ἀπορία-ἐρώτημα πολλῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι συχνά-πυκνά καλοῦνται νά ταυτίσουν τήν ( ἔννοια τῆς )  Ἐκκλησίας μέ τόν Κλῆρο, τό ράσο καί δή τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι, ὅμως, κάτι τέτοιο ὀρθό; Προφανῶς, ὄχι! Ὅπως, ἀντιστοίχως, δέν μπορεῖ νά ταυτίζεται ἡ Ἐκκλησία, γενικῶς καί ἀορίστως, μόνο μέ τό λαϊκό στοιχεῖο, τούς ἁπλούς πιστούς. Ὅλοι μαζί, ἱερός Κλῆρος καί εὐσεβής λαός, συναποτελοῦν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί κανείς δέν εἶναι πάνω ἀπό αὐτό, παρά μόνον ἡ αἰωνία Κεφαλή της, πού εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν  Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος τοῦ 1848, σέ Ἀπόφασή της, ἀπηχοῦσα τήν σχετική ἐκκλησιαστική διδασκαλία, ὑπό τόν ὅρο "Λαός τοῦ Θεοῦ", ἐννοεῖ ὁμοῦ Κλῆρο καί λαό. Αὐτόν τόν Λαό, μάλιστα, ἀποκαλεῖ «Φύλακα τῆς Ὀρθοδοξίας»!
Τό θέμα εἶναι μεγάλο καί, βεβαίως, ἡ σχετική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι, ὅπως πάντα, ἀσφαλής καί διαφωτιστική. Ὁ Κληρικαλισμός καί ὁ ἀντικληρικαλισμός, ὅπως καί ἡ λαοκρατία, εἶναι ξένα πρός τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς. Σχηματικῶς, θά λέγαμε ὅτι μεταξύ τῶν δύο ἄκρων, τῆς παπιστικῆς καί τῆς προτεσταντικῆς ἀντιλήψεως, κατά τά προαναφερθέντα, πού ἐπηρεάζουν, δυστυχῶς, ἀρκετούς καί «ἐντός τῶν τειχῶν», ἡ Ὀρθοδοξία δέν διατηρεῖ στεγανά διασπαστικῆς διακρίσεως, μεταξύ Κλήρου καί λαοῦ. Ἄλλωστε, κατά τόν γίγαντα τοῦ Πνεύματος Ἱερό Χρυσόστομο, ποιμένες και ποιμαινόμενοι ὑπάρχουν «πρός τήν τῶν ἀνθρώπων διάκρισιν». Ἔναντι τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ, κατά τόν αὐτόν Ἅγιον Ἰωάννην, πάντες θεωρούμεθα πρόβατα καί ποίμνιο ἰδικό Του.
Ἐπιπροσθέτως, κρίναμε χρήσιμο, ἐπί τοῦ θιγομένου ζητήματος νά παραθέσωμε μία πρόσφατη τοποθέτηση τοῦ σεβαστοῦ καί ἐγκρίτου Πανεπιστημιακοῦ Διδασκάλου, Θεολόγου και Ἱστορικοῦ, ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ. Ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα ἡ τοποθέτηση αὐτή, τόσο διότι προέρχεται ἀπό ἕναν ρασοφόρο, ὅσο καί διότι εἶναι χρήσιμη ἰδιαιτέρως στίς ἡμέρες μας, κατά τίς ὀποῖες καλπάζει ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τοῦ τελευταίου οἱ θιασῶτες ἀρέσκονται ἰδιαιτέρως στήν ἐπίκληση καί ὑποστήριξη τῆς πεπλανημένης θεωρίας καί πρακτικῆς τῆς ταυτίσεως τῆς Ἐκκλησίας μέ τό ράσο καί δή τήν Ἱεραρχία, ὄχι χωρίς ἰδιοτέλεια καί σκοπιμότητα, προφανῶς ἀντιεκκλησιαστική.
Συγκεκριμένως, σέ ἐκδήλωση τοῦ Πολιτιστικοῦ Συλλόγου «ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ», πού πραγματοποιήθηκε τήν 15 Δεκεμβρίου 2012, στό Πολεμικό Μουσεῖο Ἀθηνῶν ( Ἡμερίδα μέ θέμα: «Ἡ Ρωμηοσύνη θά ἐλευθερώση τήν Ἐλλάδα»), συμμετεῖχε ὡς εἰσηγητής καί ὁ π. Γ. Μεταλληνός. Ὁ τελευταῖος, ἐνώπιον πολυπληθοῦς ἀκροατηρίου καί ἀπαντώντας σέ ἐρωτήσεις ἐπί τῆς εἰσηγήσεώς του, μεταξύ ἄλλων, ἐτόνισε, ἐπί λέξει:

«…Ὅταν χρησιμοποιοῦμε τόν ὅρο Ἐκκλησία δέν ἐννοοῦμε τό ράσο ἤ τήν  Ἱεραρχία… Ἡ Ἱεραρχία εἶναι διάκονος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Ἡ Ἐκκλησία, ὅρος ἑλληνικός, σημαίνει Σύναξη… Ὁπότε, λοιπόν, ὅταν ἀκοῦτε Ἐκκλησία δέν θά ἐννοεῖτε τό ράσο. Ξεχάστε το αὐτό! Τό ράσο εἶναι διάκονος μέσα εἰς τό Σῶμα, τήν ἐν Χριστῶ κοινωνία, πού εἶναι κατ’ οὐσίαν καί κατά κυριολεξίαν ἡ  Ἐκκλησία…».

Δέν χρειάζονται σχόλια. Θα ἐπανέλθωμε, ἄλλωστε, καί μέ ἄλλη εὐκαιρία.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Χριστούγεννα 2012

Τό «νέον παιδίον», ὁ Χριστός
πού εἶναι ὁ προαιώνιος Θεός, κι ἐμεῖς!

Γ
ιά ἄλλη μία χρονιά μᾶς ἀξιώνει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ νά ἑορτάσωμε τήν κάτα σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι μία μεγάλη Ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας μας, κατά τήν ὁποία, πρέπει, ἄν μή τί ἄλλο, νά ἀναλογισθοῦμε τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά ἐμᾶς. Ὁ Θεός χωρίς νά ἔχει καμμιά ἀνάγκη γι’ αὐτό καί χωρίς ἐμεῖς νά ἀξίζουμε κάτι τέτοιο, ἔστειλε στόν κόσμο τόν μονογενῆ του Υἱό, γιά νά ἀναστήση ἐμᾶς, τήν πεσμένη – λόγω τῆς πτώσεως καί τῆς παρακοῆς μας - εἰκόνα Του, νά μᾶς λυτρώση ἀπό τόν διάβολο καί τήν ἁμαρτία. Ὅπως ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὁ Θεός καί συγκεκριμένα τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ἄνθρωπος γιά ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους καί γιά τήν σωτηρία μας. Μέ τήν ἐνανθρώπησή του αὐτή ( καί τήν ἕνωση στό Πρόσωπό Του τῆς Θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως) μᾶς ἔδωσε τήν φοβερή δυνατότητα νά ἑνωθοῦμε μαζί Του καί, δι’ Αὐτοῦ, μέ τόν Τριαδικό Θεό καί ἔτσι νά γίνωμε, κατά Χάριν, θεοί! Ὁ νηπιάσας Θεός, δηλαδή ὁ προαιώνιος Θεός πού γίνεται γιά μᾶς νήπιο καί γεννιέται ἀπό τήν ἀειπάρθενο Μαρία, τήν Παναγία Θεοτόκο, ὡς τέλειος καί πραγματικός ἄνθρωπος, χωρίς νά παύη νά εἶναι και τέλειος Θεός, «ἔκοψε» τήν ἱστορία τοῦ κόσμου στά δύο: Στήν πρό καί τήν μετά Χριστόν ἐποχή. Καί ἔγινε ὁ ἴδιος «σημεῖο ἀντιλεγόμενο» κείμενος «εἰς πτῶσιν και ἀνάστασιν πολλῶν»! Ὅσοι τόν δέχονται καί τόν πιστεύουν, ζοῦν ἀληθινά καί ἀνασταίνονται, ἐνῶ, ὅσοι τόν ἀρνοῦνται, ἤ τόν ἀπορρίπτουν, παραμένουν πεσμένοι καί νεκροί. Ὁ Χριστός, ὅμως, ὡς φιλάνθρωπος Πατέρας πού εἶναι καί πού «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», μᾶς περιμένει ὅλους νά τόν προσεγγίσουμε στήν ταπεινή του φάτνη καί νά τόν συναντήσωμε σάν νεογέννητο βρέφος, χωρίς νά φοβηθοῦμε τίποτε καί κανέναν. Ἄν καί εἶναι ὁ Παντοδύναμος Θεός, γίνεται «ἀδύναμο» παιδί γιά μᾶς! Ἄν καί εἶναι ὁ Παντοκράτωρ Κύριος, γίνεται σπαργανωμένο βρέφος γιά μᾶς! Ὁ Χριστός δέν γεννήθηκε ἁπλῶς, ἀλλά «γεννᾶται» πάντοτε μέσα στήν αἰώνια φάτνη Του, τήν Ἐκκλησία, στήν ὁποία πάντοτε ὁ καθένας, ἄν θελήση, μπορεῖ νά τόν συναντήση! Κάθε Χριστούγεννα, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προβάλλει τό κοσμοσωτήριο ἱστορικό γεγονός καί ὑπερφυές μυστήριο τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως. Ὁ Χριστός, ὅμως, γιά νά γίνη καί προσωπικῶς ὁ Σωτήρας μας, πρέπει νά γεννηθῆ ἐντός μας. Στή φάτνη τῆς καρδιᾶς μας. Καί μαζί Του νά  «μεγαλώσουμε» κι ἐμεῖς πνευματικά, μέχρις ὅτου νά φθάσωμε, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, στό μέτρο τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό  νά ἀποκτήσωμε νοῦν Χριστοῦ καί χάρι Χριστοῦ. Τότε θά εἶναι γιά ἐμᾶς κάθε ἡμέρα Χριστούγεννα καί θά ζοῦμε τήν χαρά τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν προσδοκία τῆς αἰωνίου ζωῆς καί Βασιλείας μαζί Του.

-         ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ!

-         ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ!


φθασε, «ἡ πιό σεβαστή καί φρικτή ἀπό ὅλες τίς γιορτές, τήν ὁποία, δέν θά ἔκανε λάθος νά τήν ὀνομάσει κανείς μητρόπολη ὅλων τῶν γιορτῶν. Καί ποιά εἶναι αὐτή; Ἡ κατά σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό αὐτήν πῆραν τήν ἀρχή καί τό θεμέλιο καί τά Θεοφάνεια καί τό ἱερό Πάσχα καί ἡ Ἀνάληψη καί ἡ Πεντηκοστή. Διότι, ἄν ὁ Χριστός δέν ἐγεννᾶτο κατά σάρκα, δέν θά βαπτίζονταν. Αὐτό εἶναι τά Θεοφάνεια. Οὔτε θά σταυρωνόταν. Αὐτό εἶναι τό Πάσχα. Οὔτε θά ἔστελνε τό Πνεῦμα. Αὐτό εἶναι ἡ Πεντηκοστή. Ὥστε ἀπό ἐδῶ γεννήθηκαν γιά μᾶς οἱ γιορτές αὐτές σάν διάφορα ποτάμια πού ἔτρεξαν ἀπό κάποια πηγή. Καί δικαιοῦται ἡ ἡμέρα αὐτή νά ἀπολαμβάνει αὐτή τήν προεδρία, ὄχι μόνο γιά τόν λόγο πού εἶπα, ἀλλά καί διότι αὐτό πού ἔγινε κατά τήν ἡμέρα αὐτή εἶναι πολύ φρικωδέστερο ἀπό ὅλες τίς ἄλλες. Τό να εἶναι ὁ Χριστός ἄνθρωπος καί νά πεθάνει, ἦταν λογικό ἐπακόλουθο. Διότι, ἄν καί δέν ἔπραξε ἁμαρτία, ὅμως ἔλαβε καί εἶχε θνητό σῶμα, καί ἦταν βέβαια κι ἐκεῖνο θαυμαστό. Ἀλλά τό νά εἶναι Θεός καί νά θελήσει νά γίνει ἄνθρωπος καί νά ἀνεχτεῖ νά κατεβεῖ τόσο πολύ, ὅσο δέν εἶναι δυνατόν οὔτε νά σκεφθεῖ κανείς, αὐτό εἶναι τό πιό φρικτό καί πιό καταπληκτικό» (Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Λόγος περί Ἀκαταλήπτου, ΕΠΕ 35, 190-219).